Stories – Περασμένα και όχι ξεχασμένα: Ολυμπιακοί Αγώνες και Ολυμπιάδες

Του Πέτρου Λινάρδου
Ιστορικού του Αθλητισμού

Ένας σπουδαίος Δανός στοχαστής, ο Soren Kierkegaard, έγραψε: «Τη ζωή τη βιώνουμε κοιτάζοντας προς τα εμπρός, αλλά την κατανοούμε ατενίζοντας προς τα πίσω…»

Τέλεια εφαρμογή στη ροή του χρόνου. Και το κείμενο αυτό τυπικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ιστορικό ρετρό», αλλά ταυτόχρονα είναι και μάθημα αυτογνωσίας μέσα από τα συμβάντα του παγκόσμιου αθλητισμού και ειδικότερα σ’ αυτήν την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων.

Με την ευκαιρία θα ήθελα να κάνω μια αναφορά εννοιολογική. Συχνά χρησιμοποιείται η λέξη «Ολυμπιάδα». Έχει καθιερωθεί πρακτικά, αλλά με κριτήριο την αυθεντικότητα κάθε λέξης-όρου-χαρακτηρισμού είναι κατ’ οικονομία συνήθεια. Για τους αρχαίους ημών προγόνους οι λέξεις «Ολυμπιακοί Αγώνες» δεν συνηθίζονταν στο λεξιλόγιό τους.

Ό,τι θαυμαστό γινόταν στην Ελλάδα και στην Ολυμπία προσδιοριζόταν ως «Ολύμπια». Άλλωστε όλοι οι μεγάλοι Αγώνες χαρακτηριζόντουσαν ως «Πανελλήνιοι» (ο κόσμος όλος των αιώνων εκείνων ήταν ο ελληνικός πολιτισμός) και είχαν ως προσδιοριστικό στοιχείο κάτι το πολύ ισχυρό που άλλοτε ήταν το γεωγραφικό και άλλοτε το θρησκευτικό.

Να σημειωθεί ότι το «Ολυμπιάς» για τους αρχαίους Έλληνες ήταν βασικά μέτρο χρόνου. Το μεσοδιάστημα από τη μία διοργάνωση στην άλλη. Τετραετία δηλαδή. Στη συνέχεια εξελίχθηκε και σε γυναικείο όνομα «Ολυμπιάς» (η μητέρα του Μ. Αλεξάνδρου). Ευθεία αναφορά στον Δία (Ολυμπιάς), Παναθήναια, Νέμεα, Πύθια, Άκτια.

Στα νεώτερα χρόνια το «Ολυμπιάς» ήταν πρόσφορη έκφραση των Αγώνων κι έτσι εύχρηστη η λέξη ταυτίστηκε εννοιολογικά με τους Ολυμπιακούς Αγώνες όχι μόνο στον αθλητισμό, αλλά και σε άλλες παγκόσμιας όψης εκδηλώσεις (Σκάκι, Μαθηματικά κ.α), αλλά με ιστορική διαφοροποίηση με τα «Άθλα» στην αρχαία Ολυμπία και το διεθνές «ολυμπιακό χωριό» διαμονής και προπόνησης στη γειτονική περιοχή της Ήλιδας.

Το «ολυμπιάς» είναι το θηλυκό του «ολύμπιδος», κάτι που είχε άμεση σχέση-σύνδεση με τον «Όλυμπον» και το «Δωδεκάθεό» του. «Ολυμπιάδες μούσαι» (θυγατέρες του Δία κατά τον Ησίοδο), «ελαία ολυμπιάς» (κλαδί ελιάς της Ολυμπιάς). Ο Φιλόστρατος, πολύ αργότερα, «ολυμπιάδα» αποκαλούσε κάθε νίκη στους Αγώνες στην Ήλιδα.

Στα αρχαία κείμενα πολύ πιο συχνά συναντάμε «τα Ολύμπια»-υπάρχει και το αρχαίο ρήμα «ολυμπίαζε» (δωρικό)- και παράγωγα «ολυμπιάθεν» (από την Ολυμπία) ολυμπιάδες χάριτος μούσαι (θυγατέρες του Δία και προστάτη των Ολυμπιακών Αγώνων).

Και για τους φιλομαθείς:

«Ολυμπιάς, χρονικό διάστημα συνισταμένων εκ τεσσάρων ενιαυτών (ετών), σύνηθες παρά τοις αρχαίοις Ελλήνισιν εις το να προσδιορίσει την χρονολογίαν ιστορικών γεγονότων συμβατών, έχοντες ως αφετηρίαν την πρώτην ολυμπιάδα ήτις εγένετο των 776 π.Χ. και της τελευταίας τελεσθείσης τω 373 μ.Χ. επί της βυζαντινής αυτοκρατορίας των πρώτων αιώνων».

Στο ροή του χρόνου το «Ολυμπιάς» έγινε ένα με τους «Ολυμπιακούς Αγώνες» με πλήθος παραγώγων διαφόρων εννοιών. Έτσι οι ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ του 1896 στην Αθήνα, έγιναν «Μεσολυμπιακοί» το 1906, VII OLYMPIADE στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας (1928), OLYMPIADE στο Σαμονί της Γαλλίας για τους Χειμερινούς (1924), OLYMPIADE στη Ρώμη (1960), OLYMPIAD στη Μόσχα (1980).

Πάντως το «Ολυμπιακοί Αγώνες» έχει επικρατήσει σε διάφορες γλώσσες: OLYMPIC GAMES (Λονδίνο 1908), στη συνέχεια JEUX OLYMPIQUES (Γαλλικά), OLYMPICHE SPIELEN (Γερμανικά), JOCURILE OLYMPICE (Ελσίνκι 1952), GIOCHI OLIMPICI (Ιταλικά). Σε πολλές διοργανώσεις σε ευρεία και επίσημη χρήση το όνομα της πόλης της διεξαγωγής των Αγώνων. ΤΟΚΙΟ 1964, MEXICO 1968, MUNCHEN 1972, SEOUL 1988, ATHENS 2004, BEIJING 2008, LONDON 2012, RIO 2016 κλπ.

Να σημειωθεί τέλος ότι στο Παρίσι το 1900 αναφορά σε «Ολυμπιακούς Αγώνες» δεν υπήρχε(!) παρά μόνο η αναγραφή διαφόρων αθλημάτων σε άμεση συσχέτιση με τις εκεί διεθνείς εμπορικές εκθέσεις και τον τόπο διεξαγωγής του συγκεκριμένου αθλήματος.

Έτσι στο Παρίσι (1900) γινόταν αναφορά στους «διεθνείς διαγωνισμούς ξιφασκίας» στο χωριό Τουϊλερί και στην «Παγκόσμια έκθεση». Ενώ στο Σεν Λούις (1904) βρίσκουμε αναφορά στο «OLYMPIC», αλλά και στο «WORLD’S FAIR» και στο «EXPOSITION» προς άκρα θλίψιν-και αγανάκτισιν-του ανήμπορου να αντιδράσει στην πρώτη «καραμπινάτη» εμπορικοποίηση, Πιερ Ντε Κουπερτέν.